...

Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ!

You Are Here: Home» SLIDER » Τζιοβάνι: «Δεν είναι θέμα αλαζονείας ...ο Ολυμπιακός είναι μία μεγάλη ομάδα»


-->

Στην  εξάχρονη θητεία του στον  Ολυμπιακό, σύμφωνα με τον Τζιοβάνι Σίλβα το ματς του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Ρεάλ Μαδρίτης ήταν αυτό που τον «σημάδεψε».

Ο Βραζιλιάνος «μάγος» μίλησε στην τηλεόραση της NOVA τη Δευτέρα και αναφέρθηκε στον Παναθηναϊκό, την εμπειρία του στη χώρα μας, στον σοβαρό τραυματισμό του την πρώτη του χρονιά, στην πορεία των «ερυθρόλευκων» στην Ευρώπη. Επίσης, στο φανταστικό γκολ κόντρα στον ΠΑΟΚ, στους φίλους που έκανε στην ομάδα του Πειραιά, στην Μπαρτσελόνα, στον καλύτερο συμπαίκτη που είχε ποτέ, στην εθνική Βραζιλίας, ενώ ευχαρίστησε και τον κόσμο των πρωταθλητών Ελλάδος για την αγάπη του.

Αναλυτικά οι δηλώσεις:

Για την... άγνωστη Ελλάδα:

«Δεν είχα καμία πληροφορία. Από τη στιγμή όμως που μου τηλεφώνησαν άρχισα να συγκεντρώνω πληροφορίες. Δε γνώριζα τίποτα για το ελληνικό πρωτάθλημα. Ειλικρινά δεν ήξερα τίποτα. Εδώ με έφερε ο Θεός. Στην πραγματικότητα δεν ήθελα να έρθω εδώ, αλλά τελικά ο Θεός μού έδειξε το δρόμο, με καθοδήγησε να έρθω εδώ πέρα. Και τελικά ήταν έξι χρόνια υπέροχα αυτά που έζησα εδώ».

Για την πίεση του επαγγελματία ποδοσφαιριστή:

«Για κάθε παίκτη που αγοράζει μία ομάδα υφίσταται η πίεση. Γιατί η τιμή είναι υψηλή. Είχα όμως ήδη αυτή την ευθύνη. Γνώριζα ήδη όταν έφτασα εδώ, ότι ο Ολυμπιακός είναι μεγάλη ομάδα, ότι έχει πολλούς οπαδούς. Γνώριζα λοιπόν ότι η πίεση θα ήταν έντονη. Ο παίκτης όμως πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εργαστεί σκληρά για να αποδείξει πως αξίζει όσα επένδυσε σε αυτόν η ομάδα. Αυτό ισχύει για κάθε παίκτη που προέρχεται από μεγάλη ομάδα. Για τους οπαδούς, για τον πρόεδρο, για όλους τους παίκτες. Ολοι μοιράζονται αυτή την ευθύνη. Είχα στο μυαλό μου ότι έπρεπε να βάλω τα δυνατά μου και χάρη στον Θεό τα πάντα εξελίχθηκαν κανονικά».

Για όσα έζησε στην Ελλάδα:

«Ήμουν πολύ ευτυχισμένος εδώ. Σε επίπεδο προσδοκιών νομίζω ότι στάθηκα στο ύψος όσων επένδυσαν σε μένα. Η υποδοχή μου στο αεροδρόμιο ήταν εντυπωσιακή. Δεν περίμενα να είναι μαζεμένοι τόσοι οπαδοί. Με περίμεναν εκεί. Για μένα ήταν πολύ μεγάλη έκπληξη. Από εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι ερχόμουν σε μία ομάδα για την οποία θα είχα την ευθύνη να κερδίσω τίτλους. Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν κανονικά και ο Θεός με ευλόγησε όσο έπαιζα εδώ.

Μου χάρισε πολλούς τίτλους. Ηταν έξι χρόνια κατά τα οποία πέρασα καλά. Είχα αμφιβολίες, δεν ήθελα να έρθω στην Ελλάδα. Προσευχήθηκα στον Θεό κι Εκείνος, μέσω δύο ατόμων μίλησε στην καρδιά μου και με έπεισε να έρθω».

Για το παιχνίδι που τον σημάδεψε και την καθημερινότητα στον Ολυμπιακό:

«Από τον Ολυμπιακό έχω μόνο καλές αναμνήσεις. Το παιχνίδι που σημάδεψε την παραμονή μου στην Ελλάδα ήταν ένα πολύ δύσκολο ματς για το Champions League. Ηταν ένα ματς με τη Ρεάλ Μαδρίτης που ήταν ο αντίπαλός μου στην Ισπανία. Σημαντικό παιχνίδι. Ήταν εξαιρετικό που έβαλα τα δύο γκολ και έδειξα στους οπαδούς ότι είχα έρθει στην ομάδα με ένα μοναδικό στόχο.

Να κερδίσουμε τίτλους. Και αυτό κάναμε. Τον πρώτο χρόνο ήμουν ένας παίκτης που σεβάστηκε τους προπονητές μου. Πάντα είχα καλές σχέσεις με όλους τους επαγγελματίες. Με τους προπονητές, με τους βοηθούς, με τους παίκτες. Και ο προπονητής θέλει να κερδίσει. Ο παίκτης δεν πρέπει να ανακατεύεται πολύ στα δικά του θέματα. Αυτός πρέπει να παίξει το ρόλο του, να προπονείται και να παίζει καλά.

Εδώ στην Ευρώπη δεν "αγγίζουν" τόσο τον προπονητή. Στη Βραζιλία, όμως, χάνεις δύο, τρία παιχνίδια και αμέσως αλλάζουν προπονητή. Αρχικά μου έκανε μεγάλη εντύπωση, γιατί έπαιζα μία ζωή στη Βραζιλία και ήξερα ότι έτσι γίνονταν όλα. Όχι στην Ευρώπη όμως. Εδώ διαφέρει. Οι ομάδες διαλέγουν προπονητή και τον κρατούν όλη τη σεζόν».

Για την ιδιαιτερότητα των επιθετικών:

«Θεωρώ ότι σε όλες τις ομάδες ξεχωρίζουν οι επιθετικοί. Αυτό είναι φυσιολογικό. Εγώ όμως βλέπω... Πάντα ήμουν παίκτης που ποτέ δεν ξεχώριζε τον οποιονδήποτε. Ο καθένας φέρει τη δική του ευθύνη.
Όλοι μας είμαστε, όπως λέμε στη Βραζιλία μέσα στο ίδιο καράβι. Πάντα όλοι εργαζόμαστε ώστε όλη η ομάδα να πάει καλά. Όχι μόνο ένας παίκτης. Πιστεύω ότι αυτοί οι παίκτες ήταν πάντα σημαντικοί για την ομάδα. Είναι, ας πούμε, η ραχοκοκαλιά της όπως λέμε στη Βραζιλία. Πιστεύω ότι όντως υπάρχουν παίκτες που είναι ο καθρέφτης της ομάδας. Εγώ ήρθα απλά για να προστεθώ σ' αυτούς».

Για τον τραυματισμό του:

«Νομίζω ότι η αποχή από το σπορ για έναν επαγγελματία είναι άσχημη, ειδικά όταν τραυματίζεται. Εγώ ήμουν συνέχεια στο γήπεδο, στις προπονήσεις. Σταμάτησα για πέντε μήνες. Πιστεύω λοιπόν ότι στη ζωή ενός αθλητή είναι πολύ δύσκολο να σταματά να αγωνίζεται, αλλά και αυτό είναι μέρος της ζωής του.
Παλεύοντας για καλή απόδοση είναι πιθανό κάποιος να τραυματιστεί. Δυστυχώς, αυτό ακριβώς συνέβη και σε μένα. Είχα όμως τη δύναμη της θέλησης για να τα ξεπεράσω όλα. Επρόκειτο για μία φάση πραγματικά, όπως είπες κατά την οποία ανακάλυψα ότι οι οπαδοί με αγαπούσαν πολύ.

Στο νοσοκομείο, μάλιστα, έλαβα πολλά δώρα. Είδα ότι οι οπαδοί ήταν πραγματικά δίπλα μου, με αγαπούσαν. Ήρθαν άνθρωποι που γνώριζα ελάχιστα. Όπως ο Λουσιάνο που με βοήθησε πολύ και ερχόταν συνέχεια στο νοσοκομείο. Κι εκείνος έκανε πάντα τη μετάφραση. Με έπαιρνε από το ξενοδοχείο και με πήγαινε στην προπόνηση και με φρόντιζε. Πραγματικά σε τέτοιες ώρες μαθαίνεις ότι σε αγαπάει η ομάδα».

Για τον Ολυμπιακό στην Ευρώπη:

«Σίγουρα, ο Ολυμπιακός ήταν πάντα μεγάλη ομάδα. Η δυσκολία μας όμως ήταν τα παιχνίδια εκτός έδρας. Ποτέ δεν κερδίσαμε ματς εκτός έδρας. Όταν πας όμως στο Τσάμπιονς Λιγκ και δε νικάς εκτός έδρας είναι πολύ δύσκολο να πάρεις καλή θέση. Δυστυχώς δεν παίζαμε εκτός έδρας όπως παίζαμε εντός έδρας. Ακόμα και αν κερδίζαμε. Ήταν επομένως πολύ δύσκολο να πετύχουμε καλή κατάταξη χωρίς νίκες εκτός έδρας».

Για το γκολ με τον ΠΑΟΚ στο ΟΑΚΑ όπου «έσκαψε» τη, μπάλα:

«Ναι, τη θυμάμαι εκείνη τη φάση, ήταν κίνηση που ξεκίνησε από τα αριστερά, "έκοψα" τη μπάλα, απέφυγα τον αμυντικό, είδα τον τερματοφύλακα εκτός εστίας και πέτυχα το γκολ».
Για το γκολ με τον Παναθηναϊκό στη Λεωφόρο για το Κύπελλο και γενικότερα τα ντέρμπι: «Μου έχει μείνει στη μνήμη εκείνο το γκολ, ήταν ο Νινιάδης που μου είχε δώσει την πάσα, εγώ ήρθα από πίσω, ήμουν έτοιμος, πήρα την πάσα και πέτυχα το γκολ. Ήταν ένα πολύ σημαντικό ματς, το θυμούνται όλοι οι φίλαθλοι αφού είχαμε νικήσει με 4-1, τέτοιο σκορ σε ντέρμπι είναι πολύ σπάνιο.

Σε όλες τις χώρες τα ντέρμπι είναι σπουδαία υπόθεση, στη Βραζιλία υπάρχουν αρκετές μεγάλες αναμετρήσεις, στην Ισπανία το Μπαρτσελόνα-Ρεάλ έχει παγκόσμια απήχηση, επομένως ούτε εδώ στην Ελλάδα θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, όλοι γνωρίζουν την αντιπαλότητα των ομάδων, για τους φιλάθλους μια νίκη σε ντέρμπι είναι πάντα ιδιαίτερη.
Όταν φεύγεις νικητής από τέτοιο ματς, το κλίμα είναι εξαιρετικό, αποκτάς μεγάλη αυτοπεποίθηση, οι αντίπαλοι τρέφουν μεγαλύτερο σεβασμό για τη δουλειά σου και αυτό πάντα είναι καλό. Τα ντέρμπι είναι παντού ίδια, σίγουρα η αναμέτρηση Μπαρτσελόνα-Ρεάλ έχει παγκόσμιο αντίκτυπο λόγω της υπερπροβολής από τα ΜΜΕ, αλλά και εδώ την ίδια κατάσταση βιώνουμε.

Ίσως να μην απασχολεί όλο τον κόσμο, αλλά εντός της χώρας οι φίλαθλοι έχουν τις ίδιες προσδοκίες. Είναι δύσκολο να είσαι μέλος μιας ομάδας, να την αγαπάς και μετά να γίνεσαι αντίπαλός της. Πρέπει να συμβεί κάτι πολύ έντονο. Εγώ πάντως δεν θα μπορούσα να το κάνω. Από τη στιγμή που έπαιξα 6 χρόνια στον Ολυμπιακό, το να πάω στον Παναθηναϊκό θα ήταν σα να πρόδιδα τη γυναίκα μου».

Για το κομπλιμέντο του Άγγελου Αναστασιάδη:

«Θυμάμαι εκείνο το συμβάν. Η πρώτη φορά που μου έκανε κοπλιμέντο ένας προπονητής. Είχε συμβεί μετά το δεύτερο γκολ μου. Στο ίδιο ματς είχα πετύχει ένα από τα καλύτερα γκολ της ζωής μου, είχα σκοράρει λίγο πιο κάτω από τη σέντρα του γηπέδου. Εάν έπρεπε να διαλέξω το πιο όμορφο γκολ μου, θα διάλεγα εκείνο στον αγώνα του Κυπέλλου με τον Ηρακλή».

Η αξία της ασίστ:

«Πιστεύω ότι πάντα είναι σημαντικά τα γκολ. Και μια καλή ασίστ όμως έχει τη δικιά της αξία. Πάντα ήμουν παίκτης που μου άρεσε πολύ να αφήνω στους συμπαίκτες μου να σημειώνουν γκολ. Ηταν και αυτό ένα δικό μου χαρακτηριστικό. Εξάλλου στην καριέρα μου έχω μοιράσει πολλές ασίστ».

Για τους φίλους του στον Ολυμπιακό:

«Θέλω να είμαι δίκαιος, γιατί πάντα ήμουν άνθρωπος που δεν έκανε διακρίσεις στους παίκτες. Με τον Λουσιάνο και με τον Ριβάλντο ήμουν πιο δεμένος, επειδή είναι Βραζιλιάνοι. Έπαιζα και μαζί τους, με τον έναν στη Σάντος και τον άλλο στη Μπαρτσελόνα. Είμαι όμως άνθρωπος που θέλει να έχει καλές σχέσεις με όλους τους παίκτες. Μέσα σε αυτά έξι χρόνια βλέπαμε καθαρά μέσα στα γήπεδα. Δεν είναι θέμα αλαζονείας, αλλά ο Ολυμπιακός είναι μία μεγάλη ομάδα.

Και όταν πια "γνωριστήκαμε" στο γήπεδο έγιναν όλα πολύ εύκολα. Μιλήσαμε με τον Μαρσέλο για να στηρίξουμε τον Ριβάλντο. Ο Ριβάλντο ήταν ήδη έξι μήνες στη Βραζιλία χωρίς να παίζει. Μιλήσαμε με τον αντιπρόεδρο, τον κ.Λούβαρη. Ρωτήσαμε αν υπήρχε θέση για τον Ριβάλντο. Είπε πως ναι. Συζήτησαν οι δύο πλευρές. και η ομάδα του Ριβάλντο συμφώνησε. Είναι σπουδαίος άνθρωπος. Ήταν σαν αδερφός για μένα.

Έζησα πολλά χρόνια μαζί του. Συχνάζαμε ο ένας στο σπίτι του άλλου. Είχαμε αποκτήσει μία εξαιρετική σχέση, είναι μεγάλος παίκτης, δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι παραπάνω».

Ο απολογισμός για την πορεία στον Ολυμπιακό:

«Όταν ήρθα εδώ τον πρώτο χρόνο θεώρησα ότι θα έμενα εδώ για πολλά χρόνια. Έζησα στην Ελλάδα, στην Αθήνα. Είδα τη ζωή και εκτός γηπέδου.
Η γυναίκα μου ήταν πολύ καλά. Δεν είχα λόγους να φύγω. Όταν νιώθεις καλά σε ένα μέρος, όταν νιώθεις αγαπητός, βλέπεις ξεκάθαρα τη στοργή του κόσμου.
Δε θέλεις να φύγεις. Όταν αρχίζουν να περνούν πλέον τα πέντε χρόνια αποκτάς πλέον διαφορετικούς στόχους. Το θέμα δεν είναι πια τα λεφτά και η φήμη.

Ήθελα να γυρίσω στη Σάντος, που είναι μια ομάδα που αγάπησα πολύ. Μετά από 10 χρόνια μακριά από τη χώρα σου, αρχίζεις να νοσταλγείς την οικογένεια, τους φίλους σου. Γι' αυτό αποφάσισα να φύγω. Τα έκανα όλα. Πιστεύω ότι ο ρόλος μου ήταν να βοηθήσω την ομάδα, να κερδίσουμε τίτλους. Πραγματικά θα ήθελα να είχα μπορέσει να βοηθήσω περισσότερο στο Τσάμπιονς Λιγκ.

Αυτό δεν το κατάφερα. Δυστυχώς. Η αλήθεια είναι πως θα ήθελα να μείνω ακόμη δύο χρόνια εδώ, δυστυχώς δεν κατέστη δυνατόν αφού έλειπα ήδη 10 χρόνια από τη Βραζιλία. Ήθελα να απολαύσω λίγο ακόμα το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο, κατάφερα να το κάνω για 3 χρόνια, ήταν προσωπική επιλογή μου.

Είμαι ευγνώμων που έπαιξα εδώ, ήμουν ευτυχισμένος. Ακόμη και τώρα όταν επιστρέφω εδώ, νιώθω την ίδια αγάπη, την ίδια στοργή από τον κόσμο, αλήθεια δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ακόμη θυμάμαι πως στην άφιξη μου στην Ελλάδα αρκετοί είχαν ανέβει στο αυτοκίνητο και ζητωκραύγαζαν, επίσης ύστερα από ένα ματς που δεν θυμάμαι, όταν είχα βγει στο δρόμο, ο κόσμος με "έκλεινε" με το αυτοκίνητο του και μου ζητούσε αυτόγραφα!
Όλες αυτές οι κινήσεις ήταν ενδείξεις αγάπης, ήταν απόδειξη της στοργής με την οποία με περιέβαλε ο κόσμος. Έχω φίλους, όπως το Μαρσέλο, που μένουν εδώ. Μιλάμε συχνά, έστω μία φορά το μήνα και με ενημερώνει για όλα. Και στη Βραζιλία βέβαια έχω φίλους τώρα που έκανα εδώ και με βοήθησαν πολύ. Εντός και εκτός γηπέδου. Και θέλω να διατηρήσω αυτές τις φιλίες, γιατί αυτά είναι που έχουν σημασία στη ζωή μας.

Οι τίτλοι φεύγουν, όλα φεύγουν, μόνο η φιλία μένει. Έχω ανθρώπους στη Βραζιλία, τα παιδιά μου. Έχω μία ρουτίνα εκεί και δεν μπορώ να μείνω περισσότερο καιρό εδώ. Για μένα δεν είναι εύκολο να έρχομαι κάθε χρόνο εδώ. Δυστυχώς, δε γίνεται».

Για την Μπαρτσελόνα:

«Νομίζω το όνειρο κάθε Βραζιλιάνου παίκτη είναι να παίξει σε μεγάλη ευρωπαϊκή ομάδα. Η Μπαρτσελόνα ήταν το όνειρό μου. Και τα πράγματα ήρθαν όπως τα ήθελα. Κι εκεί κατάφερα να κατακτήσω σημαντικούς τίτλους, είναι τίτλοι που έχουν γραφτεί στην ποδοσφαιρική ιστορία, οπότε είμαι πολύ χαρούμενος που αγωνίστηκα σε αυτή την ομάδα.

Με παίκτες επιπέδου Ρονάλντο εκεί, είναι δύσκολο για την ομάδα και τον προπονητή να κάνει επιλογές. Ο προπονητής όμως πρέπει να ξέρει να χειρίζεται όλους αυτούς τους παίκτες. Πάντα γίνεται rotation, ακόμη κι έτσι όμως είναι αρκετά περίπλοκο, γιατί υπάρχουν διεθνείς παίκτες με διαφορετικές εθνικότητες. Πρέπει να είσαι προσεκτικός στις επιλογές σου, αλλιώς θα έχεις πρόβλημα. Τα τρία χρόνια όμως που έμεινα εκεί μου έδιναν ευκαιρίες και πάντα σκόραρα. Σημασία έχει να βοηθάς την ομάδα».

Για τον Γκουαρδιόλα και τον Μουρίνιο:

«Είχα εξαιρετική σχέση με τον Πεπ Γκουαρδιόλα, στα αποδυτήρια πάντα ήμασταν δίπλα, αλλά και στον αγωνιστικό χώρο είχαμε καλή συνεννόηση. Θα έλεγα πως συντονιζόμασταν άριστα, πολλές φορές μου έδινε έτοιμο γκολ, ήταν σπουδαίος παίκτης.

Όλοι ξέραμε πως θα γινόταν καλός προπονητής, αφού ως ποδοσφαιριστής μας καθοδηγούσε από τον χώρο του κέντρου. Όλοι καταλάβαιναν πως ήταν γεννημένος ηγέτης. Ένας παίκτης που προερχόταν από τα σπλάχνα της ομάδας. Ίσως να μην περιμέναμε πως θα πετύχει όσα κατάφερε, αλλά ήμασταν σίγουροι πως θα γίνει μεγάλος προπονητής.

Ο Μουρίνιο ήταν βοηθός και μεταφραστής του Ρόμπσον, συναντιόμασταν πάντα μετά το γεύμα. Μιλούσε με εμάς τους Βραζιλιάνους, κουβεντιάζαμε, ήταν πολύ ευχάριστος άνθρωπος και επειδή μιλούσαμε την ίδια γλώσσα είχαμε ταιριάξει πολύ καλά, είχαμε φιλική σχέση.

Η εξέλιξη του Μουρίνιο ήταν πραγματικά μία έκπληξη. Ποτέ δε σκεφτήκαμε ότι θα γίνει ο προπονητής που είναι σήμερα. Αρχικά ήταν ο διερμηνέας και μετά ο βοηθός του Φαν Γκάαλ. Στη συνέχεια άρχισε να συμμετέχει ενεργά στις προπονήσεις. Αργότερα βοηθούσε στην ανάλυση και έκανε τακτική, πιστεύω από εκείνη τη στιγμή άρχισε να εξελίσσεται ως προπονητής».

Για τον πανηγυρισμό του θεωρήθηκε προκλητικός από τον κόσμο της Ρεάλ σε γκολ εναντίον της:

«Ήταν ένας ενστικτώδης πανηγυρισμός, γνωρίζω πως δεν ήταν και ο καλύτερος δυνατός, πάντως οι οπαδοί της Μπαρτσελόνα το χάρηκαν πολύ.
Ξέρω ότι δεν ήταν καλή ιδέα να πανηγυρίσω έτσι, αλλά το έκανα από ένστικτο. Επίσης προερχόμουν από τραυματισμό που με είχε αφήσει εκτός για δύο μήνες και γύρισα με μεγάλη διάθεση για να σκοράρω. Και τελικά αυτό συνέβη. Έχεις πάθος όταν δίνεις τη νίκη σε ένα τέτοιο ντέρμπι, πόσο μάλλον όταν είσαι ξένος παίκτης. Ήταν ένα όνειρό μου να σκοράρω ως παίκτης της Μπαρτσελόνα εναντίον της Ρεάλ. Σκεφτείτε πως όταν γύρισα στη Βαρκελώνη ο κόσμος με αγκάλιαζε εξαιτίας των γκολ που έχω πετύχει εναντίον της Ρεάλ.

Για την καλύτερη σεζόν με τη Μπαρτσελόνα:

«Η καλύτερη σεζόν ήταν η 1997-98, τότε κατακτήσαμε το νταμπλ, ενώ είχα την τύχη να πετύχω το γκολ που μας έδωσε μαθηματικά το πρωτάθλημα απέναντι στη Σαραγόσα στο Καμπ Νόου. Εκείνη η σεζόν ήταν η καλύτερή μου με τη Μπαρτσελόνα».

Για τον καλύτερο συμπαίκτη του:

«Δε μ' αρέσει να επιλέγω, γιατί πάντα είχα καλούς φίλους. Μιλούσα με όλους τους παίκτες, αλλά όπως είπα και προηγουμένως δέθηκα με τους Βραζιλιάνους.
Μιλάμε την ίδια γλώσσα, μας αρέσουν τα ίδια πράγματα. Ήμασταν πάντα με τον Ριβάλντο και τον Σόνι Άντερσον, καθώς με τον Γουαρδιόλα και τον Ρονάλντο. Κουβεντιάζαμε πολύ μαζί. Πολύ καλός άνθρωπος. Αν διαλέξω έναν θα ήμουν άδικος».

Για την Εθνική Βραζιλίας:

«Για οποιονδήποτε παίκτη η κορύφωση της καριέρας του είναι η εθνική. Για μένα ήταν ένα μεγάλο όνειρο που πραγματοποιήθηκε. Εκείνη την εποχή πολλοί σπουδαίοι παίκτες ήταν στην Εθνική ομάδα, οπότε ήταν πολύ σημαντικό για μένα να είμαι μέλος της. Είδα να παίζουν ο Ρομάριο και ο Ρονάλντο. Αυτοί οι δύο ήταν παίκτες άνω του μέσου όρου. Είχα την ευτυχία να αγωνιστώ στο πλευρό τους».

Η αγάπη του για το βόλεϊ:

«Έπαιξα πολλά χρόνια βόλεϊ. Από τα 15 ως τα 18 μου έπαιζα συνέχεια βόλεϊ. Σε μερικούς φίλους στην επαρχία άρεσε αυτό το σπορ. Ήταν ένα άθλημα που μου άρεσε κι εμένα πολύ. Και συμπεραίνω ότι παίζω καλύτερα βόλεϊ παρά ποδόσφαιρο. Η Εθνική με αρχηγό τον Ζίμπα κέρδισε πολλούς τίτλους. Το χρυσό στους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Ο Θεός όμως ξέρει τι κάνει. Με έστρεψε στο ποδόσφαιρο. Και το βόλεϊ όμως είναι ένα παιχνίδι που μου αρέσει πολύ. Ας πούμε ότι το ένα άθλημα είναι η γυναίκα μου, αλλά μου αρέσουν και τα δύο αθλήματα.

Το βόλεϊ στη Βραζιλία είναι το δεύτερο αγαπημένο άθλημα του κόσμου. Διότι και σε αυτό κερδίζουμε πολλούς τίτλους σε πρωταθλήματα και Ολυμπιάδες. Είναι σημαντικό να σου αρέσουν διάφορα αθλήματα. Για να δουν και οι νέοι ότι δεν υπάρχει μόνο το ποδόσφαιρο. Υπάρχουν και λιγότερο γνωστά σπορ. Το βόλεϊ με τόσους τίτλους έχει εξελιχθεί πολύ στη Βραζιλία».

Για την προσαρμογή στην Ελλάδα:

«Δε γίνεται να μην την αγαπήσεις, γιατί, όπως η Βραζιλία, έχει ήλιο. Το κλίμα είναι πολύ καλό. Η διατροφή είναι πολύ καλή, οπότε δεν υπάρχει λόγος να μην προσαρμοστείς άμεσα σε αυτή τη χώρα».

Για το ξεκίνημά του στο ποδόσφαιρο και το τέλος της καριέρας του:

«Στη μητέρα μου δεν άρεσε πολύ η ιδέα μου να γίνω ποδοσφαιριστής γιατί έπρεπε να διακόψω τις σπουδές μου. Φοιτούσα σε μία τεχνική σχολή. Δεν της άρεσε πολύ.

Ο πατέρας μου όμως πάντα με στήριζε, γιατί κι εκείνου του άρεσε πολύ το ποδόσφαιρο. Οπότε παράτησα τις σπουδές που είχα ήδη ξεκινήσει για να γίνω επαγγελματίας. Τότε δεν υπήρχε η ευκολία που υπάρχει σήμερα στη Βραζιλία. Σήμερα έχεις πολλές επιλογές. Τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα για να διαλέξουν άθλημα. Τη δική μου εποχή ήταν λίγο πιο δύσκολα. Τότε υπήρχε μόνο το ποδόσφαιρο γιατί ήταν ένα άθλημα πιο εύκολο. Έπαιζες με μία μπάλα. Και παλιότερα ο κόσμος δεν είχε τόσα χρήματα για να ασχοληθεί με άλλο άθλημα.

Η περίπτωσή μου όμως ήταν καλή. Δεν πείνασα ποτέ. Ο πατέρας μου έφερνε φαγητό στο σπίτι. Εγώ πάντα πήγαινα σχολείο. Δεν πέρασα τόσο άσχημα. Τότε μελετούσαμε για διάφορα, όχι ποδόσφαιρο όμως. Γιατί δεν έβλεπαν το ποδόσφαιρο τότε με καλό μάτι. Σήμερα όμως είναι πιο εύκολα για έναν παίκτη. Είναι πιο εύκολο να γίνεις ποδοσφαιριστής. Οι γονείς λένε ότι έτσι θα πλουτίσει το παιδί τους. Δεν είναι όμως πάντα έτσι. Δημιουργούν ψευδαισθήσεις στο παιδί τους.

Για μένα, όμως, αυτή η φάση ήταν πολύ σημαντική και πρέπει να ευχαριστήσω μόνο τον Θεό. Ο Πελέ ουσιαστικά με βοήθησε οικονομικά. Γιατί η Σάντος δεν είχε όλα τα χρήματα για να με αποκτήσει από την Τούνα Λουζ. Γι' αυτό και κάλυψε, πιστεύω, το 50% της τιμής. Επένδυσε σε μένα και δόξα τω Θεώ όλα πήγαν καλά.
Λίγες φορές τον συνάντησα. Περισσότερο έκανα παρέα με το γιο του τον Εντίνιο που ήταν τερματοφύλακας. Με τον ίδιο όμως μίλησα λίγες φορές. Όταν όμως βρισκόμασταν με ενθάρρυνε και μου έδινε καλές συμβουλές. Όταν κατοικείς σε εκείνη την πλευρά της Βραζιλίας, στα βορειοανατολικά ονειρεύεσαι να πας σε μια μεγάλη ομάδα. Δεν έχει σημασία σε ποια. Για μένα ήταν η Σάντος. Ευτυχώς, ήταν μία ομάδα που μ' άρεσε πολύ. Και επιπλέον οι οπαδοί της πάντα μου έδειχναν μεγάλη αγάπη.

Θέλω να τους ευχαριστήσω θερμά. Η Μόζι Μιρίμ είναι ένα διαφορετικό κεφάλαιο στη ζωή μου.
Εγώ τότε είχα να παίξω έξι μήνες. Ήταν τότε που ανέλαβε την ομάδα ο Ριβάλντο και γενικός διευθυντής ήταν ο Σέζαρ Σαμπάιο με τον οποίο είχα παίξει στο παγκόσμιο κύπελλο του '98. Ο Σέζαρ μου τηλεφώνησε και μου πρότεινε να πάω εκεί. Να παίξω στο πρωτάθλημα Παουλίστα. Το σκέφτηκα, μίλησα με τη γυναίκα μου και συμφωνήσαμε ότι είναι μια καλή επιλογή. Σκεφτήκαμε ότι ήταν ιδανική στιγμή να φύγω. Το πρωτάθλημα Παουλίστα είναι πολύ καλή διοργάνωση. Καλά δομημένο και κάπως έτσι το αποφάσισα».

Το "ευχαριστώ" στον κόσμο του Ολυμπιακού:

«Να ευχαριστήσω για αυτά τα έξι χρόνια που ήμουν εδώ σε αυτή την τόσο μεγάλη ομάδα. Μόνο να ευχαριστήσω. Δεν έχω λόγια να εκφραστώ. Όλη αυτή η αγάπη, η στοργή, ακόμα και τώρα που σταμάτησα κι έρχομαι στην Ελλάδα λαμβάνω αυτή την αγάπη. Και στα κοινωνικά δίκτυα του ίντερνετ με υποστηρίζουν.
Θέλω μόνο να τους ευχαριστήσω. Και στο facebook πάντα λαμβάνω μηνύματα αγάπης και με ευχαριστεί πολύ. Εδώ πέρασα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου ως επαγγελματίας, ως άτομο. Έζησα καλά με τη γυναίκα μου. Τα καλύτερα τα έζησα στην Ελλάδα».

πηγη xaros7.gr
Tags: SLIDER